Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικουμενικός

/i.ku.me.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την οικουμένη κι όχι με μεμονωμένες χώρες ή ομάδες ανθρώπων Βικιλεξικό
    • οικουμενική συνείδηση, οικουμενικοί κίνδυνοι
    • Το ελληνικό κοσμοσύστημα διακρίνεται σε δύο περιόδους , την κρατοκεντρική και την οικουμενική. Και στις δύο βασικό θεμέλιο και πυρήνα αποτελεί η πόλη ως ανεξάρτητο κράτος στην πρώτη περίοδο και ως αυτόνομη πολιτεία ή κοινότητα στη δεύτερη περίοδο

Ετυμολογία

οικουμενικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκουμενικός < οἰκουμέν(η) (εννοείται γῆ) + -ικός < οἰκῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικουμενικόςοικουμενικήοικουμενικό
Γενικήοικουμενικούοικουμενικήςοικουμενικού
Αιτιατικήοικουμενικόοικουμενικήοικουμενικό
Κλητικήοικουμενικέοικουμενικήοικουμενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικουμενικοίοικουμενικέςοικουμενικά
Γενικήοικουμενικώνοικουμενικώνοικουμενικών
Αιτιατικήοικουμενικούςοικουμενικέςοικουμενικά
Κλητικήοικουμενικοίοικουμενικέςοικουμενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →