οινόπνευμα
•
- πτητικό κι εύφλευκτο υγρό, χωρίς χρώμα και ευδιάλυτο στο νερό, που περιέχεται ως βασικό συστατικό στα αλκοολούχα ποτά και τα διάφορα προϊόντα ζύμωσης· χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό, ως συστατικό φαρμάκων, ως διαλυτικό κ.λπ. Χημική ονομασία: αιθανόλη ή αιθυλική αλκοόλη. Βικιλεξικό
- Και μετά ταύτα αποστάζεται καθώς το εδικόν μας οινόπνευμα με παρόμοιον λέβητα. (Ἑρμῆς ὁ Κερδῷος, 1815)
- Αν γίνει κάποιος μικροτραυματισμός, απολυμάνετε την περιοχή με οινόπνευμα και τοποθετήστε ένα καθαρό επίδεσμο. (*)
- Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)
- συνεκδοχικάκάθε ποτό που περιέχει το παραπάνω υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινόπνευμα < οἰνόπνευμα (μαρτυρείται από το 1831) < αρχαία ελληνική οἶνος + πνεῦμα (< πνέω), (μεταφραστικό δάνειο) παλαιά γαλλική esprit de vin (το πνεύμα του οίνου)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
| Γενική | οινοπνεύματος | οινοπνευμάτων |
| Αιτιατική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
| Κλητική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →