ολογραφικός
•
- που έχει σχέση με την ολογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολογραφικός < ολογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολογραφικός | ολογραφική | ολογραφικό |
| Γενική | ολογραφικού | ολογραφικής | ολογραφικού |
| Αιτιατική | ολογραφικό | ολογραφική | ολογραφικό |
| Κλητική | ολογραφικέ | ολογραφική | ολογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολογραφικοί | ολογραφικές | ολογραφικά |
| Γενική | ολογραφικών | ολογραφικών | ολογραφικών |
| Αιτιατική | ολογραφικούς | ολογραφικές | ολογραφικά |
| Κλητική | ολογραφικοί | ολογραφικές | ολογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →