Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ολογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολογραφικός < ολογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολογραφικόςολογραφικήολογραφικό
Γενικήολογραφικούολογραφικήςολογραφικού
Αιτιατικήολογραφικόολογραφικήολογραφικό
Κλητικήολογραφικέολογραφικήολογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολογραφικοίολογραφικέςολογραφικά
Γενικήολογραφικώνολογραφικώνολογραφικών
Αιτιατικήολογραφικούςολογραφικέςολογραφικά
Κλητικήολογραφικοίολογραφικέςολογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →