ολόγραφος
•
- που όλη η επιφάνειά του είναι γραμμένη Βικιλεξικό
- νεολογισμόςπου είναι αποτυπωμένος με την τεχνική της ολογραφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόγραφος < μεσαιωνική ελληνική ολόγραφος < αρχαία ελληνική ὅλος + γράφω # ολόγραφος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική holographe
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγραφος | ολόγραφη | ολόγραφο |
| Γενική | ολόγραφου | ολόγραφης | ολόγραφου |
| Αιτιατική | ολόγραφο | ολόγραφη | ολόγραφο |
| Κλητική | ολόγραφε | ολόγραφη | ολόγραφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγραφοι | ολόγραφες | ολόγραφα |
| Γενική | ολόγραφων | ολόγραφων | ολόγραφων |
| Αιτιατική | ολόγραφους | ολόγραφες | ολόγραφα |
| Κλητική | ολόγραφοι | ολόγραφες | ολόγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →