Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοπρόθυμα

επίρρημα
•
  1. με μεγάλη προθυμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοπρόθυμα < μεσαιωνική ελληνική ολοπρόθυμα < ολοπρόθυμ(ος) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →