Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοπρόθυμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι γεμάτος προθυμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοπρόθυμος < μεσαιωνική ελληνική ολοπρόθυμος < ολο- + πρόθυμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοπρόθυμοςολοπρόθυμηολοπρόθυμο
Γενικήολοπρόθυμουολοπρόθυμηςολοπρόθυμου
Αιτιατικήολοπρόθυμοολοπρόθυμηολοπρόθυμο
Κλητικήολοπρόθυμεολοπρόθυμηολοπρόθυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοπρόθυμοιολοπρόθυμεςολοπρόθυμα
Γενικήολοπρόθυμωνολοπρόθυμωνολοπρόθυμων
Αιτιατικήολοπρόθυμουςολοπρόθυμεςολοπρόθυμα
Κλητικήολοπρόθυμοιολοπρόθυμεςολοπρόθυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →