ομόλογος
•
- αξιωματούχος μιας χώρας με την ίδια ή αντίστοιχη θέση με αξιωματούχο άλλης χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομόλογος < αρχαία ελληνική ὁμόλογος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόλογη / ομόλογος / ομόλογο | ομόλογες / ομόλογοι / ομόλογα |
| Γενική | ομόλογης / ομόλογου / ομόλογου | ομόλογων / ομόλογων / ομόλογων |
| Αιτιατική | ομόλογη / ομόλογο / ομόλογο | ομόλογες / ομόλογους / ομόλογα |
| Κλητική | ομόλογη / ομόλογε / ομόλογο | ομόλογες / ομόλογοι / ομόλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →