Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομόλογος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αξιωματούχος μιας χώρας με την ίδια ή αντίστοιχη θέση με αξιωματούχο άλλης χώρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομόλογος < αρχαία ελληνική ὁμόλογος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομόλογη / ομόλογος / ομόλογοομόλογες / ομόλογοι / ομόλογα
Γενικήομόλογης / ομόλογου / ομόλογουομόλογων / ομόλογων / ομόλογων
Αιτιατικήομόλογη / ομόλογο / ομόλογοομόλογες / ομόλογους / ομόλογα
Κλητικήομόλογη / ομόλογε / ομόλογοομόλογες / ομόλογοι / ομόλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ομόλογος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιστοιχεί με κάτι άλλο με το οποίο έχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
    • Τα δύο παραλληλόγραμμα, όπως και τα δύο τρίγωνα που κατασκευάσθηκαν προηγουμένως λέγονται όμοια, ενώ ο λόγος των ομόλογων πλευρών τους (δηλαδή των πλευρών που βρίσκονται απέναντι από ίσες γωνίες) λέγεται λόγος ομοιότητας. (από το σχολικό βιβλίο «Ευκλείδεια Γεωμετρία», Α΄ και Β΄ Γενικού Λυκείου)

Ετυμολογία

ομόλογος < αρχαία ελληνική ὁμόλογος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόλογοςομόλογηομόλογο
Γενικήομόλογουομόλογηςομόλογου
Αιτιατικήομόλογοομόλογηομόλογο
Κλητικήομόλογεομόλογηομόλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόλογοιομόλογεςομόλογα
Γενικήομόλογωνομόλογωνομόλογων
Αιτιατικήομόλογουςομόλογεςομόλογα
Κλητικήομόλογοιομόλογεςομόλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →