ομόφυλος
•
- που ανήκει στην ίδια φυλή με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- που έχει το ίδιο βιολογικό φύλο με κάποιον άλλον ή που αναφέρεται σε άτομα του ίδιου βιολογικού φύλου Βικιλεξικό
- καταχρηστικάομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
- ο Άρειος Πάγος ακύρωσε τους γάμους μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών που τέλεσε ο δήμαρχος Τήλου
- Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-elliniko-dimosio)
Ετυμολογία
ομόφυλος < αρχαία ελληνική ὁμόφυλος < ὁμός + φῦλον ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική homophile ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homophile)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόφυλος | ομόφυλη | ομόφυλο |
| Γενική | ομόφυλου | ομόφυλης | ομόφυλου |
| Αιτιατική | ομόφυλο | ομόφυλη | ομόφυλο |
| Κλητική | ομόφυλε | ομόφυλη | ομόφυλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόφυλοι | ομόφυλες | ομόφυλα |
| Γενική | ομόφυλων | ομόφυλων | ομόφυλων |
| Αιτιατική | ομόφυλους | ομόφυλες | ομόφυλα |
| Κλητική | ομόφυλοι | ομόφυλες | ομόφυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →