οργώνω
•
- δημιουργώ παράλληλα βαθιά αυλάκια σε ένα χωράφι πριν τη σπορά με σκοπό να ανακατέψω και να αερίσω το χώμα Βικιλεξικό
- έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν
- μεταφορικάδιασχίζω πολλές φορές μια έκταση Βικιλεξικό
- ο γερο—ναυτικός είχε οργώσει τις θάλασσες
Ετυμολογία
οργώνω < μεσαιωνική ελληνική οργώνω < ὄργον < αρχαία ελληνική ἔργον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οργώνω | οργώνεις | οργώνει | οργώνουμε | οργώνετε | οργώνουν / οργώνουνε |
| Παρατατικός | όργωνα | όργωνες | όργωνε | οργώναμε | οργώνατε | οργώναν / οργώνανε / όργωναν |
| Αόριστος | όργωσα | όργωσες | όργωσε | οργώσαμε | οργώσατε | οργώσαν / οργώσανε / όργωσαν |
| Μέλλοντας | θα οργώνω / θα οργώσω | θα οργώνεις / θα οργώσεις | θα οργώνει / θα οργώσει | θα οργώνουμε / θα οργώσουμε | θα οργώνετε / θα οργώσετε | θα οργώνουν / θα οργώνουνε / θα οργώσουν / θα οργώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οργώσει | έχεις οργώσει | έχει οργώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οργώσει | είχες οργώσει | είχε οργώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οργώσει / να οργώνω / να οργώσω | να έχεις οργώσει / να οργώνεις / να οργώσεις | να έχει οργώσει / να οργώνει / να οργώσει | να οργώνουμε / να οργώσουμε | να οργώνετε / να οργώσετε | να οργώνουν / να οργώνουνε / να οργώσουν / να οργώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε οργωμένο / όργωνε / όργωσε | — | — | οργώνετε / οργώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
οργώθηκαοργώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →