πάω
•
- προφορικόσυμπαθώ, μου αρέσει Βικιλεξικό
- Δεν τον πάω καθόλου τον Γιώργο.
Ετυμολογία
πάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάγω, με αποβολή του μεσοφωνηεντικού [ɣ] (παραβάλετε τρώω) < ελληνιστική κοινή ὑπάγω (πηγαίνω), με αποβολή του αρχικού άτονου [i], που θεωρήθηκε αύξηση αορίστου < αρχαία ελληνική ὑπάγω (οδηγώ κάτω από, προχωρώ) → δείτε και πηγαίνω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →