Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπαγάλος

/pa.paˈɣa.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόσυνομοταξία πουλιών που ανήκουν στην οικογένεια των Ψιττακιδών Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που επαναλαμβάνει τα λόγια άλλων δίχως αντίληψη των νοημάτων τους Βικιλεξικό
    • ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμος 2, 1961, σελ. 229)
  3. εργαλείο με ρυθμιζόμενο άνοιγμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπαγάλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pappagallo < μεσαιωνική ελληνική παπαγᾶς (αντιδάνειο) < αραβική ببغاء (babagha) < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπαγάλοςπαπαγάλοι
Γενικήπαπαγάλουπαπαγάλων
Αιτιατικήπαπαγάλοπαπαγάλους
Κλητικήπαπαγάλεπαπαγάλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →