παπαγάλος
•
- πτηνόσυνομοταξία πουλιών που ανήκουν στην οικογένεια των Ψιττακιδών Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που επαναλαμβάνει τα λόγια άλλων δίχως αντίληψη των νοημάτων τους Βικιλεξικό
- ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμος 2, 1961, σελ. 229)
- εργαλείο με ρυθμιζόμενο άνοιγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαγάλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pappagallo < μεσαιωνική ελληνική παπαγᾶς (αντιδάνειο) < αραβική ببغاء (babagha) < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαγάλος | παπαγάλοι |
| Γενική | παπαγάλου | παπαγάλων |
| Αιτιατική | παπαγάλο | παπαγάλους |
| Κλητική | παπαγάλε | παπαγάλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →