παπαγαλίζω
•
- μιλάω όπως ο παπαγάλος, επαναλαμβάνω κάτι που έχω αποστηθίσει χωρίς να καταλαβαίνω την ουσία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαγαλίζω < παπαγάλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παπαγαλίζω | παπαγαλίζεις | παπαγαλίζει | παπαγαλίζουμε | παπαγαλίζετε | παπαγαλίζουν / παπαγαλίζουνε |
| Παρατατικός | παπαγάλιζα | παπαγάλιζες | παπαγάλιζε | παπαγαλίζαμε | παπαγαλίζατε | παπαγάλιζαν / παπαγαλίζαν / παπαγαλίζανε |
| Αόριστος | παπαγάλισα | παπαγάλισες | παπαγάλισε | παπαγαλίσαμε | παπαγαλίσατε | παπαγάλισαν / παπαγαλίσαν / παπαγαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα παπαγαλίζω / θα παπαγαλίσω | θα παπαγαλίζεις / θα παπαγαλίσεις | θα παπαγαλίζει / θα παπαγαλίσει | θα παπαγαλίζουμε / θα παπαγαλίσουμε | θα παπαγαλίζετε / θα παπαγαλίσετε | θα παπαγαλίζουν / θα παπαγαλίζουνε / θα παπαγαλίσουν / θα παπαγαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παπαγαλίσει | έχεις παπαγαλίσει | έχει παπαγαλίσει | έχουμε παπαγαλίσει | έχετε παπαγαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παπαγαλίσει | είχες παπαγαλίσει | είχε παπαγαλίσει | είχαμε παπαγαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παπαγαλίσει / να παπαγαλίζω / να παπαγαλίσω | να έχεις παπαγαλίσει / να παπαγαλίζεις / να παπαγαλίσεις | να έχει παπαγαλίσει / να παπαγαλίζει / να παπαγαλίσει | να έχουμε παπαγαλίσει / να παπαγαλίζουμε / να παπαγαλίσουμε | να έχετε παπαγαλίσει / να παπαγαλίζετε / να παπαγαλίσετε | να παπαγαλίζουν / να παπαγαλίζουνε / να παπαγαλίσουν / να παπαγαλίσουνε |
| Προστακτική | — | παπαγάλιζε / παπαγάλισε | — | — | παπαγαλίζετε / παπαγαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →