Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράθυρο

/paˈɾa.θi.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άνοιγμα σε τοίχο που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου Βικιλεξικό
    • Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.
  2. το πλαίσιο ή και το τζάμι που καλύπτει αυτό το άνοιγμα Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκεκριμένης εφαρμογής που τρέχει εκείνη την στιγμή Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάοτιδήποτε αποτελεί δίαυλο επικοινωνίας και επαφής Βικιλεξικό
    • Ανοίγει το παράθυρόν μου κόσμον άγνωστον. Αναμνήσεων ευόσμων, αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
    • Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου Σιγά σιγά ξετυλίγεται Η εξομολόγηση Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!
    • Περαιτέρω δεν δύναται να παραβλεφθεί και το διαφαινόμενο παράθυρο τρωτότητας για την ελληνική υψηλή στρατηγική και αντίστροφα παράθυρο ευκαιρίας για τον Κεμάλ, απότοκο της επανάστασης και πολιτικής επικράτησης των Μπολσεβίκων στη Ρωσία […]
  5. μεταφορικάχρησιμοποίηση πλάγιων μέσων για την επίτευξη κάποιου σκοπού Βικιλεξικό
    • Στριμωγμένη ανάμεσα στη μαμά και τον παππού της, η Μπόννι συνειδητοποίησε ότι αυτό σήμαινε πως στο Αστυνομικό Τμήμα του Ουίντλινγκτον άνοιγε ένα παράθυρο. (Όχι κανονικό παράθυρο: ένα παράθυρο ευκαιρίας. Τα κανονικά παράθυρα ήταν όλα κλειστά με εντολή του δήμου για να μην ακούγεται η φωνή της επιθεωρήτριας Σαντς σ’ όλη την πόλη.)
  6. στην τηλεόρασημικρότερο τμήμα της οθόνης της τηλεόρασης στο οποίο προβάλλονται συνήθως σε ζωντανή μετάδοση καλεσμένοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί ή ειδικοί, προκειμένου να σχολιάσουν την επικαιρότητα, να δώσουν συνεντεύξεις ή να συζητήσουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράθυρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παράθυρο(ν) : στη σημασία της πληροφορικής: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική window : στη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fenêtre

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράθυροπαράθυρα
Γενικήπαράθυρου / παραθύρουπαράθυρων / παραθύρων
Αιτιατικήπαράθυροπαράθυρα
Κλητικήπαράθυροπαράθυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →