παράρτημα
•
- οτιδήποτε συμπληρώνει, επεκτείνει ή προστίθεται σε κάτι που θεωρείται κύριο και βασικό Βικιλεξικό
- ειδικότερατμήμα ή υποκατάστημα εταιρείας ή επιχείρησης σε άλλη περιοχή Βικιλεξικό
- ειδικότεραβιβλίο ή περιοδικό (ενσωματωμένο ή αυτόνομο) που συμπληρώνει με στοιχεία άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράρτημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράρτημα (συμπλήρωμα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική supplément, annexe < παρ- + αρχαία ελληνική ἀρτάω / ἀρτῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράρτημα | παραρτήματα |
| Γενική | παραρτήματος | παραρτημάτων |
| Αιτιατική | παράρτημα | παραρτήματα |
| Κλητική | παράρτημα | παραρτήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →