Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράς

/paˈɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότο χρήμα Βικιλεξικό
    • Ήταν σαν να του έλεγε ότι το κόσμημα που είχε μπροστά του θα έκανε τη γυναίκα που θα το φορούσε να μοιάζει με βασίλισσα. Θαμπώθηκε ο μουστερής κι έβγαλε τους παράδες του αμέσως, να αγοράσει το μαλαματικό. Αργότερα, ο πατέρας μου μου εξήγησε ότι διηγούνταν αυτές τις ιστορίες, όχι μόνο για να βάλει ο μουστερής το χέρι στην τσέπη αλλά γιατί τον ήθελε να ξανάρθει. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
    • ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)
  2. ιστορίαπαλαιό τουρκικό νόμισμα Βικιλεξικό
    • ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina), ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio), σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)

Ετυμολογία

παράς < (άμεσο δάνειο) τουρκική para + -ς < περσική پاره (pāra)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράςπαράδες
Γενικήπαράπαράδων
Αιτιατικήπαράπαράδες
Κλητικήπαράπαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →