Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραθετικός

/pa.ɾa.θe.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παράθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου έχει σχέση με την παράθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοπαραθετικό: (γραμματική) ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ή επιρρήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραθετικός < ελληνιστική κοινή παραθετικός < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική comparatif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραθετικόςπαραθετικήπαραθετικό
Γενικήπαραθετικούπαραθετικήςπαραθετικού
Αιτιατικήπαραθετικόπαραθετικήπαραθετικό
Κλητικήπαραθετικέπαραθετικήπαραθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραθετικοίπαραθετικέςπαραθετικά
Γενικήπαραθετικώνπαραθετικώνπαραθετικών
Αιτιατικήπαραθετικούςπαραθετικέςπαραθετικά
Κλητικήπαραθετικοίπαραθετικέςπαραθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →