παραθετικός
•
- που έχει σχέση με την παράθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- γραμματικήπου έχει σχέση με την παράθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπαραθετικό: (γραμματική) ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ή επιρρήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραθετικός < ελληνιστική κοινή παραθετικός < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική comparatif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραθετικός | παραθετική | παραθετικό |
| Γενική | παραθετικού | παραθετικής | παραθετικού |
| Αιτιατική | παραθετικό | παραθετική | παραθετικό |
| Κλητική | παραθετικέ | παραθετική | παραθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραθετικοί | παραθετικές | παραθετικά |
| Γενική | παραθετικών | παραθετικών | παραθετικών |
| Αιτιατική | παραθετικούς | παραθετικές | παραθετικά |
| Κλητική | παραθετικοί | παραθετικές | παραθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →