Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακαμπτήριος

/pa.ɾa.kamˈpti.ɾi.os/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βοηθητική οδός (ή τμήμα σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.) που παρακάμπτει κάποιο διάστημα της κυρίας οδού (ή γραμμής) και χρησιμοποιείται όταν αυτή η τελευταία παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακαμπτήριος < παρακάμπ(τω) + -τήριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρακαμπτήριοςπαρακαμπτήριοι / παρακαμπτήριοι παρακαμπτήριες
Γενικήπαρακαμπτηρίουπαρακαμπτηρίων
Αιτιατικήπαρακαμπτήριοπαρακαμπτηρίους / παρακαμπτηρίους παρακαμπτήριες
Κλητικήπαρακαμπτήριε / παρακαμπτήριε παρακαμπτήριοπαρακαμπτήριοι / παρακαμπτήριοι παρακαμπτήριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παρακαμπτήριος

/pa.ɾa.kamˈpti.ɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρακάμπτει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακαμπτήριος < παρακάμπ(τω) + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακαμπτήριοςπαρακαμπτήριαπαρακαμπτήριο
Γενικήπαρακαμπτήριουπαρακαμπτήριαςπαρακαμπτήριου
Αιτιατικήπαρακαμπτήριοπαρακαμπτήριαπαρακαμπτήριο
Κλητικήπαρακαμπτήριεπαρακαμπτήριαπαρακαμπτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακαμπτήριοιπαρακαμπτήριεςπαρακαμπτήρια
Γενικήπαρακαμπτήριωνπαρακαμπτήριωνπαρακαμπτήριων
Αιτιατικήπαρακαμπτήριουςπαρακαμπτήριεςπαρακαμπτήρια
Κλητικήπαρακαμπτήριοιπαρακαμπτήριεςπαρακαμπτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →