παρακαμπτήριος
•
- η βοηθητική οδός (ή τμήμα σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.) που παρακάμπτει κάποιο διάστημα της κυρίας οδού (ή γραμμής) και χρησιμοποιείται όταν αυτή η τελευταία παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακαμπτήριος < παρακάμπ(τω) + -τήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακαμπτήριος | παρακαμπτήριοι / παρακαμπτήριοι παρακαμπτήριες |
| Γενική | παρακαμπτηρίου | παρακαμπτηρίων |
| Αιτιατική | παρακαμπτήριο | παρακαμπτηρίους / παρακαμπτηρίους παρακαμπτήριες |
| Κλητική | παρακαμπτήριε / παρακαμπτήριε παρακαμπτήριο | παρακαμπτήριοι / παρακαμπτήριοι παρακαμπτήριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →