παραμορφωτικός
•
- που έχει σχέση με την παραμόρφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμορφωτικός < παραμορφώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμορφωτικός | παραμορφωτική | παραμορφωτικό |
| Γενική | παραμορφωτικού | παραμορφωτικής | παραμορφωτικού |
| Αιτιατική | παραμορφωτικό | παραμορφωτική | παραμορφωτικό |
| Κλητική | παραμορφωτικέ | παραμορφωτική | παραμορφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμορφωτικοί | παραμορφωτικές | παραμορφωτικά |
| Γενική | παραμορφωτικών | παραμορφωτικών | παραμορφωτικών |
| Αιτιατική | παραμορφωτικούς | παραμορφωτικές | παραμορφωτικά |
| Κλητική | παραμορφωτικοί | παραμορφωτικές | παραμορφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →