Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραμορφώνω

ρήμα
•
  1. αλλάζω τη μορφή ενός έμβιου όντος ή πράγματος (προς το χειρότερο), το διαφοροποιώ από την αρχική του κατάσταση Βικιλεξικό
  2. ασχημαίνω, κάνω κάτι αποκρουστικό ή δύσμορφο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάδιαστρεβλώνω, παραποιώ Βικιλεξικό
  4. ειρωνικόμορφώνω σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραμορφώνω (1-3) < ελληνιστική κοινή παραμορφόω / παραμορφῶ < παρά + μορφόω / μορφῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déformer) : παραμορφώνω (4) < παρα- + μορφώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραμορφώνωπαραμορφώνειςπαραμορφώνειπαραμορφώνουμεπαραμορφώνετεπαραμορφώνουν / παραμορφώνουνε
Παρατατικόςπαραμόρφωναπαραμόρφωνεςπαραμόρφωνεπαραμορφώναμεπαραμορφώνατεπαραμορφώναν / παραμορφώνανε / παραμόρφωναν
Αόριστοςπαραμόρφωσαπαραμόρφωσεςπαραμόρφωσεπαραμορφώσαμεπαραμορφώσατεπαραμορφώσαν / παραμορφώσανε / παραμόρφωσαν
Μέλλονταςθα παραμορφώνω / θα παραμορφώσωθα παραμορφώνεις / θα παραμορφώσειςθα παραμορφώνει / θα παραμορφώσειθα παραμορφώνουμε / θα παραμορφώσουμεθα παραμορφώνετε / θα παραμορφώσετεθα παραμορφώνουν / θα παραμορφώνουνε / θα παραμορφώσουν / θα παραμορφώσουνε
Παρακείμενοςέχω παραμορφώσειέχεις παραμορφώσειέχει παραμορφώσειέχουμε παραμορφώσειέχετε παραμορφώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραμορφώσειείχες παραμορφώσειείχε παραμορφώσειείχαμε παραμορφώσει——
Υποτακτικήνα έχω παραμορφώσει / να παραμορφώνω / να παραμορφώσωνα έχεις παραμορφώσει / να παραμορφώνεις / να παραμορφώσειςνα έχει παραμορφώσει / να παραμορφώνει / να παραμορφώσεινα έχουμε παραμορφώσει / να παραμορφώνουμε / να παραμορφώσουμενα έχετε παραμορφώσει / να παραμορφώνετε / να παραμορφώσετενα παραμορφώνουν / να παραμορφώνουνε / να παραμορφώσουν / να παραμορφώσουνε
Προστακτική—παραμόρφωνε / παραμόρφωσε——παραμορφώνετε / παραμορφώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →