παραμορφώνω
•
- αλλάζω τη μορφή ενός έμβιου όντος ή πράγματος (προς το χειρότερο), το διαφοροποιώ από την αρχική του κατάσταση Βικιλεξικό
- ασχημαίνω, κάνω κάτι αποκρουστικό ή δύσμορφο Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαστρεβλώνω, παραποιώ Βικιλεξικό
- ειρωνικόμορφώνω σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμορφώνω (1-3) < ελληνιστική κοινή παραμορφόω / παραμορφῶ < παρά + μορφόω / μορφῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déformer) : παραμορφώνω (4) < παρα- + μορφώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραμορφώνω | παραμορφώνεις | παραμορφώνει | παραμορφώνουμε | παραμορφώνετε | παραμορφώνουν / παραμορφώνουνε |
| Παρατατικός | παραμόρφωνα | παραμόρφωνες | παραμόρφωνε | παραμορφώναμε | παραμορφώνατε | παραμορφώναν / παραμορφώνανε / παραμόρφωναν |
| Αόριστος | παραμόρφωσα | παραμόρφωσες | παραμόρφωσε | παραμορφώσαμε | παραμορφώσατε | παραμορφώσαν / παραμορφώσανε / παραμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα παραμορφώνω / θα παραμορφώσω | θα παραμορφώνεις / θα παραμορφώσεις | θα παραμορφώνει / θα παραμορφώσει | θα παραμορφώνουμε / θα παραμορφώσουμε | θα παραμορφώνετε / θα παραμορφώσετε | θα παραμορφώνουν / θα παραμορφώνουνε / θα παραμορφώσουν / θα παραμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραμορφώσει | έχεις παραμορφώσει | έχει παραμορφώσει | έχουμε παραμορφώσει | έχετε παραμορφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραμορφώσει | είχες παραμορφώσει | είχε παραμορφώσει | είχαμε παραμορφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραμορφώσει / να παραμορφώνω / να παραμορφώσω | να έχεις παραμορφώσει / να παραμορφώνεις / να παραμορφώσεις | να έχει παραμορφώσει / να παραμορφώνει / να παραμορφώσει | να έχουμε παραμορφώσει / να παραμορφώνουμε / να παραμορφώσουμε | να έχετε παραμορφώσει / να παραμορφώνετε / να παραμορφώσετε | να παραμορφώνουν / να παραμορφώνουνε / να παραμορφώσουν / να παραμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | παραμόρφωνε / παραμόρφωσε | — | — | παραμορφώνετε / παραμορφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →