παρασκευαστήριο
•
- μέρος ή εργαστήριο όπου παρασκευάζονται διάφορα πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασκευαστήριο < παρασκευάζω, παρασκευασ- + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρασκευαστήριο | παρασκευαστήρια |
| Γενική | παρασκευαστήριου / παρασκευαστηρίου | παρασκευαστήριων / παρασκευαστηρίων |
| Αιτιατική | παρασκευαστήριο | παρασκευαστήρια |
| Κλητική | παρασκευαστήριο | παρασκευαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →