παρασκευάζω
•
- φτιάχνω, ετοιμάζω κάτι (π.χ. φαγητό, φάρμακα) μαζεύοντας πρώτα τα συστατικά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασκευάζω < αρχαία ελληνική παρασκευάζω < παρά + σκευάζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préparer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρασκευάζω | παρασκευάζεις | παρασκευάζει | παρασκευάζουμε | παρασκευάζετε | παρασκευάζουν / παρασκευάζουνε |
| Παρατατικός | παρασκεύαζα | παρασκεύαζες | παρασκεύαζε | παρασκευάζαμε | παρασκευάζατε | παρασκευάζαν / παρασκευάζανε / παρασκεύαζαν |
| Αόριστος | παρασκεύασα | παρασκεύασες | παρασκεύασε | παρασκευάσαμε | παρασκευάσατε | παρασκευάσαν / παρασκευάσανε / παρασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα παρασκευάζω / θα παρασκευάσω | θα παρασκευάζεις / θα παρασκευάσεις | θα παρασκευάζει / θα παρασκευάσει | θα παρασκευάζουμε / θα παρασκευάσουμε | θα παρασκευάζετε / θα παρασκευάσετε | θα παρασκευάζουν / θα παρασκευάζουνε / θα παρασκευάσουν / θα παρασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρασκευάσει | έχεις παρασκευάσει | έχει παρασκευάσει | έχουμε παρασκευάσει | έχετε παρασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρασκευάσει | είχες παρασκευάσει | είχε παρασκευάσει | είχαμε παρασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρασκευάσει / να παρασκευάζω / να παρασκευάσω | να έχεις παρασκευάσει / να παρασκευάζεις / να παρασκευάσεις | να έχει παρασκευάσει / να παρασκευάζει / να παρασκευάσει | να έχουμε παρασκευάσει / να παρασκευάζουμε / να παρασκευάσουμε | να έχετε παρασκευάσει / να παρασκευάζετε / να παρασκευάσετε | να παρασκευάζουν / να παρασκευάζουνε / να παρασκευάσουν / να παρασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | παρασκεύαζε / παρασκεύασε | — | — | παρασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παρασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →