Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εμφανίζεται για λίγο και μετά χάνεται, που διαρκεί λίγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροδικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροδικόςπαροδικήπαροδικό
Γενικήπαροδικούπαροδικήςπαροδικού
Αιτιατικήπαροδικόπαροδικήπαροδικό
Κλητικήπαροδικέπαροδικήπαροδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροδικοίπαροδικέςπαροδικά
Γενικήπαροδικώνπαροδικώνπαροδικών
Αιτιατικήπαροδικούςπαροδικέςπαροδικά
Κλητικήπαροδικοίπαροδικέςπαροδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →