πατριάρχης
•
- θρησκείαεκκλησιαστικό αξίωμα που αποδίδεται σε κάποιους ορθόδοξους αρχιεπισκόπους επικεφαλής πατριαρχείων ή σε αρχηγούς αυτοκέφαλων εκκλησιών Βικιλεξικό
- παρωχημένοο επικεφαλής / αρχηγός πατριάς Βικιλεξικό
- παρωχημένοεπικεφαλής ισραηλιτικής φυλής Βικιλεξικό
- μεταφορικάιδρυτής, θεμελιωτής, δημιουργός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατριάρχης < ελληνιστική κοινή πατριάρχης < αρχαία ελληνική πατριά + πατριάρχης ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική patriarch ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική patriarche)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριάρχης | πατριάρχες |
| Γενική | πατριάρχη | πατριαρχών |
| Αιτιατική | πατριάρχη | πατριάρχες |
| Κλητική | πατριάρχη | πατριάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →