παχύσαρκος
•
- που έχει υπερβολικό σωματικό βάρος Βικιλεξικό
- ιατρικήπου πάσχει από παχυσαρκία, η οποία χρειάζεται ιατρική αντιμετώπση Βικιλεξικό
- παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
Ετυμολογία
παχύσαρκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παχύσαρκος (με ρωμαλέους μυς) < παχύς (παχύ-) + σάρξ (σαρκ-) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχύσαρκος | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
| Γενική | παχύσαρκου | παχύσαρκης | παχύσαρκου |
| Αιτιατική | παχύσαρκο | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
| Κλητική | παχύσαρκε | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχύσαρκοι | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
| Γενική | παχύσαρκων | παχύσαρκων | παχύσαρκων |
| Αιτιατική | παχύσαρκους | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
| Κλητική | παχύσαρκοι | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →