Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεδιλοδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πεδιλοδρόμο ή πεδιλοδρομία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεδιλοδρομικός < πεδιλοδρόμος / πεδιλοδρομία < πέδιλο + -ο- + δρόμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεδιλοδρομικόςπεδιλοδρομικήπεδιλοδρομικό
Γενικήπεδιλοδρομικούπεδιλοδρομικήςπεδιλοδρομικού
Αιτιατικήπεδιλοδρομικόπεδιλοδρομικήπεδιλοδρομικό
Κλητικήπεδιλοδρομικέπεδιλοδρομικήπεδιλοδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεδιλοδρομικοίπεδιλοδρομικέςπεδιλοδρομικά
Γενικήπεδιλοδρομικώνπεδιλοδρομικώνπεδιλοδρομικών
Αιτιατικήπεδιλοδρομικούςπεδιλοδρομικέςπεδιλοδρομικά
Κλητικήπεδιλοδρομικοίπεδιλοδρομικέςπεδιλοδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →