πεδιλοδρομία
•
- είδος παιχνιδιού (ή αθλήματος) στο οποίο κάποιος πεδιλοδρόμος με τροχοπέδιλα ή παγοπέδιλα πεδιλοδρομεί πάνω σε μια λεία (παγωμένη) επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιλοδρομία < πέδιλο + -ο- + -δρομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιλοδρομία | πεδιλοδρομίες |
| Γενική | πεδιλοδρομίας | πεδιλοδρομιών |
| Αιτιατική | πεδιλοδρομία | πεδιλοδρομίες |
| Κλητική | πεδιλοδρομία | πεδιλοδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →