πεδιλοδρομώ
•
- κινούμαι πάνω σε μια λεία (παγωμένη) επιφάνεια φορώντας τροχοπέδιλα ή παγοπέδιλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιλοδρομώ < πεδιλοδρόμος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεδιλοδρομώ | πεδιλοδρομείς | πεδιλοδρομεί | πεδιλοδρομούμε | πεδιλοδρομείτε | πεδιλοδρομούν / πεδιλοδρομούνε |
| Παρατατικός | πεδιλοδρομούσα | πεδιλοδρομούσες | πεδιλοδρομούσε | πεδιλοδρομούσαμε | πεδιλοδρομούσατε | πεδιλοδρομούσαν / πεδιλοδρομούσανε |
| Αόριστος | πεδιλοδρόμησα | πεδιλοδρόμησες | πεδιλοδρόμησε | πεδιλοδρομήσαμε | πεδιλοδρομήσατε | πεδιλοδρομήσαν / πεδιλοδρομήσανε / πεδιλοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα πεδιλοδρομήσω / θα πεδιλοδρομώ | θα πεδιλοδρομήσεις / θα πεδιλοδρομείς | θα πεδιλοδρομήσει / θα πεδιλοδρομεί | θα πεδιλοδρομήσουμε / θα πεδιλοδρομούμε | θα πεδιλοδρομήσετε / θα πεδιλοδρομείτε | θα πεδιλοδρομήσουν / θα πεδιλοδρομήσουνε / θα πεδιλοδρομούν / θα πεδιλοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω πεδιλοδρομήσει | έχεις πεδιλοδρομήσει | έχει πεδιλοδρομήσει | έχουμε πεδιλοδρομήσει | έχετε πεδιλοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεδιλοδρομήσει | είχες πεδιλοδρομήσει | είχε πεδιλοδρομήσει | είχαμε πεδιλοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομήσω / να πεδιλοδρομώ | να έχεις πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομήσεις / να πεδιλοδρομείς | να έχει πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομεί | να έχουμε πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομήσουμε / να πεδιλοδρομούμε | να έχετε πεδιλοδρομήσει / να πεδιλοδρομήσετε / να πεδιλοδρομείτε | να πεδιλοδρομήσουν / να πεδιλοδρομήσουνε / να πεδιλοδρομούν / να πεδιλοδρομούνε |
| Προστακτική | — | πεδιλοδρόμει / πεδιλοδρόμησε | — | — | πεδιλοδρομήστε / πεδιλοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →