πεζικός
•
- στρατιωτικός όροςπου αποτελείται από πεζικάριους, από στρατιώτες που πολεμούν πεζοί Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπεζικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεζικός < πεζ(ός) + -ικός < → δείτε τη λέξη πούς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζικός | πεζική | πεζικό |
| Γενική | πεζικού | πεζικής | πεζικού |
| Αιτιατική | πεζικό | πεζική | πεζικό |
| Κλητική | πεζικέ | πεζική | πεζικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζικοί | πεζικές | πεζικά |
| Γενική | πεζικών | πεζικών | πεζικών |
| Αιτιατική | πεζικούς | πεζικές | πεζικά |
| Κλητική | πεζικοί | πεζικές | πεζικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →