Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζικός

/pe.ziˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςπου αποτελείται από πεζικάριους, από στρατιώτες που πολεμούν πεζοί Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπεζικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεζικός < πεζ(ός) + -ικός < → δείτε τη λέξη πούς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζικόςπεζικήπεζικό
Γενικήπεζικούπεζικήςπεζικού
Αιτιατικήπεζικόπεζικήπεζικό
Κλητικήπεζικέπεζικήπεζικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζικοίπεζικέςπεζικά
Γενικήπεζικώνπεζικώνπεζικών
Αιτιατικήπεζικούςπεζικέςπεζικά
Κλητικήπεζικοίπεζικέςπεζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →