πεζογραφικός
•
- που έχει σχέση με τον πεζογράφο ή την πεζογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζογραφικός < πεζογραφ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζογραφικός | πεζογραφική | πεζογραφικό |
| Γενική | πεζογραφικού | πεζογραφικής | πεζογραφικού |
| Αιτιατική | πεζογραφικό | πεζογραφική | πεζογραφικό |
| Κλητική | πεζογραφικέ | πεζογραφική | πεζογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζογραφικοί | πεζογραφικές | πεζογραφικά |
| Γενική | πεζογραφικών | πεζογραφικών | πεζογραφικών |
| Αιτιατική | πεζογραφικούς | πεζογραφικές | πεζογραφικά |
| Κλητική | πεζογραφικοί | πεζογραφικές | πεζογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →