Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πεζογράφο ή την πεζογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζογραφικός < πεζογραφ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζογραφικόςπεζογραφικήπεζογραφικό
Γενικήπεζογραφικούπεζογραφικήςπεζογραφικού
Αιτιατικήπεζογραφικόπεζογραφικήπεζογραφικό
Κλητικήπεζογραφικέπεζογραφικήπεζογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζογραφικοίπεζογραφικέςπεζογραφικά
Γενικήπεζογραφικώνπεζογραφικώνπεζογραφικών
Αιτιατικήπεζογραφικούςπεζογραφικέςπεζογραφικά
Κλητικήπεζογραφικοίπεζογραφικέςπεζογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →