Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεθαμένος

/pe.θaˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει πεθάνει Βικιλεξικό
    • (ως μετοχή) Ήρθα πεθαμένος από την κούραση και θέλω να ξαπλώσω.
    • (ως επίθετο) Είδα ένα πεθαμένο σκυλί στην άκρη του δρόμου.
    • (ως ουσιαστικό) Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, κ' οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους.
    • 19ος αιώνας, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1824-1879, Η Κυρά Φροσύνη, Άσμα Τέταρτον, Η λιτανεία, στίχ. 288, @greek-language.gr
    • 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, 1909-1990, Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία, [1942], στίχ. 198 (198-199)
  2. μεταφορικάυπερβολικά κουρασμένος Βικιλεξικό
    • Είμαι πεθαμένη απ' τη δουλειά σήμερα. Έκανα φασίνα όλο το σπίτι.
  3. μεταφορικάχαμένος, χωρίς μέλλον ή ελπίδα Βικιλεξικό
    • 20ός αιώνας, Μανόλης Αναγνωστάκης, 1925-2005, Κάθε πρωί…, από την ποιητική συλλογή Η συνέχεια, στίχ. 8 (5-8) @greek-language.gr
    • πεθαμένα όνειρα για το μέλλον
  4. μεταφορικάάτονος, χωρίς ζωντάνια Βικιλεξικό
    • 20ός αιώνας, Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005, Η πηγή, από την ποιητική συλλογή Όταν σας μιλώ [1956], στίχ. 1 (1-3) @greek-language.gr
    • 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, 1909-1990, Προθάλαμος, Μικρή ελεγεία, [1973]

Ετυμολογία

πεθαμένος: (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεθαμένος, μετοχή, επιθετικοποιημένη μετοχή και ουσιαστικοποιημένη μετοχή

Άλλοι τύποι

πεθαίνωπεθαμέναπεθαμένεπεθαμένεςπεθαμένηπεθαμένηςπεθαμένοπεθαμένοιπεθαμένοςπεθαμένουπεθαμένουςπεθαμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →