περιγράφω
•
- διηγούμαι με λόγια ή γραπτώς μια κατάσταση, ένα γεγονός ή ένα πράγμα Βικιλεξικό
- Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
- γράφω γύρω από κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιγράφω < αρχαία ελληνική περιγράφω < περί + γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική décrire )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιγράφω | περιγράφεις | περιγράφει | περιγράφουμε | περιγράφετε | περιγράφουν / περιγράφουνε |
| Παρατατικός | περιέγραφα | περιέγραφες | περιέγραφε | περιγράφαμε | περιγράφατε | περιέγραφαν / περιγράφαν / περιγράφανε |
| Αόριστος | περιέγραψα | περιέγραψες | περιέγραψε | περιγράψαμε | περιγράψατε | περιέγραψαν / περιγράψαν / περιγράψανε |
| Μέλλοντας | θα περιγράφω / θα περιγράψω | θα περιγράφεις / θα περιγράψεις | θα περιγράφει / θα περιγράψει | θα περιγράφουμε / θα περιγράψουμε | θα περιγράφετε / θα περιγράψετε | θα περιγράφουν / θα περιγράφουνε / θα περιγράψουν / θα περιγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιγράψει | έχεις περιγράψει | έχει περιγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιγράψει | είχες περιγράψει | είχε περιγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιγράψει / να περιγράφω / να περιγράψω | να έχεις περιγράψει / να περιγράφεις / να περιγράψεις | να έχει περιγράψει / να περιγράφει / να περιγράψει | να περιγράφουμε / να περιγράψουμε | να περιγράφετε / να περιγράψετε | να περιγράφουν / να περιγράφουνε / να περιγράψουν / να περιγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε περιγραμμένο / περίγραφε / περίγραψε | — | — | περιγράφετε / περιγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →