περιγραφικός
•
- που περιγράφει Βικιλεξικό
- Ιδιόχειρος περιγραφικός κατάλογος προσκτημάτων του Νομισματικού Μουσείου από τον Γέδεν (Giede) με προσθήκη πέντε ιδιόχειρων σελίδων από τον Κ. Πιττάκη. (The First Century of the Numismatic Museum, 1829-1922, 1988, σελ. 192)
- που μπορεί να περιγράφει σαφώς, ζωηρά και παραστατικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιγραφικός < ελληνιστική κοινή περιγραφικός < αρχαία ελληνική περιγρᾰφή ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική descriptif )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιγραφικός | περιγραφική | περιγραφικό |
| Γενική | περιγραφικού | περιγραφικής | περιγραφικού |
| Αιτιατική | περιγραφικό | περιγραφική | περιγραφικό |
| Κλητική | περιγραφικέ | περιγραφική | περιγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιγραφικοί | περιγραφικές | περιγραφικά |
| Γενική | περιγραφικών | περιγραφικών | περιγραφικών |
| Αιτιατική | περιγραφικούς | περιγραφικές | περιγραφικά |
| Κλητική | περιγραφικοί | περιγραφικές | περιγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →