Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιθωριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στο (κοινωνικό) περιθώριο, γίνεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιθωριακός < περιθώρι(ο) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριθωριακόςπεριθωριακήπεριθωριακό
Γενικήπεριθωριακούπεριθωριακήςπεριθωριακού
Αιτιατικήπεριθωριακόπεριθωριακήπεριθωριακό
Κλητικήπεριθωριακέπεριθωριακήπεριθωριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριθωριακοίπεριθωριακέςπεριθωριακά
Γενικήπεριθωριακώνπεριθωριακώνπεριθωριακών
Αιτιατικήπεριθωριακούςπεριθωριακέςπεριθωριακά
Κλητικήπεριθωριακοίπεριθωριακέςπεριθωριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →