περιθωριακός
•
- που βρίσκεται στο (κοινωνικό) περιθώριο, γίνεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιθωριακός < περιθώρι(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιθωριακός | περιθωριακή | περιθωριακό |
| Γενική | περιθωριακού | περιθωριακής | περιθωριακού |
| Αιτιατική | περιθωριακό | περιθωριακή | περιθωριακό |
| Κλητική | περιθωριακέ | περιθωριακή | περιθωριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιθωριακοί | περιθωριακές | περιθωριακά |
| Γενική | περιθωριακών | περιθωριακών | περιθωριακών |
| Αιτιατική | περιθωριακούς | περιθωριακές | περιθωριακά |
| Κλητική | περιθωριακοί | περιθωριακές | περιθωριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →