Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιλάμπω

ρήμα
•
  1. σπάνιοδίνω λάμψη σε κάτι απ’ όλες του τις πλευρές Βικιλεξικό
  2. σπάνιοφανερώνω Βικιλεξικό
  3. σπάνιολάμπω / φεγγοβολώ από παντού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιλάμπω < ελληνιστική κοινή περιλάμπω < αρχαία ελληνική περί + λάμπω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →