Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιλαμπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάξακουστός, περίφημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιλαμπής < ελληνιστική κοινή περιλαμπής < περιλάμπω < αρχαία ελληνική περί + λάμπω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριλαμπήςπεριλαμπήςπεριλαμπές
Γενικήπεριλαμπούςπεριλαμπούςπεριλαμπούς
Αιτιατικήπεριλαμπήπεριλαμπήπεριλαμπές
Κλητικήπεριλαμπή / περιλαμπήςπεριλαμπήςπεριλαμπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριλαμπείςπεριλαμπείςπεριλαμπή
Γενικήπεριλαμπώνπεριλαμπώνπεριλαμπών
Αιτιατικήπεριλαμπείςπεριλαμπείςπεριλαμπή
Κλητικήπεριλαμπείςπεριλαμπείςπεριλαμπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →