περιπαίζω
•
- λέω σε κάποιον πράγματα αστεία, τα οποία όμως τον ενοχλούν, με ευχάριστη συνήθως διάθεση και με σκοπό να διασκεδάσω με τις αντιδράσεις του Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαπατώ κάποιον λέγοντας πράγματα που δεν στέκουν ή δεν έχουν σχέση με το θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπαίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περιπαίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + παίζω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →