Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιχυτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει περιχυθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιχυτός < μεσαιωνική ελληνική περίχυτος < ελληνιστική κοινή περιχύτης < αρχαία ελληνική περί + χέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριχυτόςπεριχυτήπεριχυτό
Γενικήπεριχυτούπεριχυτήςπεριχυτού
Αιτιατικήπεριχυτόπεριχυτήπεριχυτό
Κλητικήπεριχυτέπεριχυτήπεριχυτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριχυτοίπεριχυτέςπεριχυτά
Γενικήπεριχυτώνπεριχυτώνπεριχυτών
Αιτιατικήπεριχυτούςπεριχυτέςπεριχυτά
Κλητικήπεριχυτοίπεριχυτέςπεριχυτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

περίχυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει περιχυθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίχυτος < μεσαιωνική ελληνική περίχυτος < ελληνιστική κοινή περιχύτης < αρχαία ελληνική περί + χέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίχυτοςπερίχυτή / περίχυτηπερίχυτο / περίχυτό
Γενικήπερίχυτουπερίχυτηςπερίχυτου
Αιτιατικήπερίχυτοπερίχυτηπερίχυτο
Κλητικήπερίχυτεπερίχυτηπερίχυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίχυτοιπερίχυτεςπερίχυτα
Γενικήπερίχυτωνπερίχυτωνπερίχυτων
Αιτιατικήπερίχυτουςπερίχυτεςπερίχυτα
Κλητικήπερίχυτοιπερίχυτεςπερίχυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →