περιχύνω
•
- χύνω κάτι σε εκτεταμένη επιφάνεια Βικιλεξικό
- Χτύπησε καλά το σέικερ στο ρυθμό μιας ακόμη φάνκι διασκευής του «Seven Nation Army», περιέχυσε το περιεχόμενο στο ποτήρι... (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
Ετυμολογία
περιχύνω < μεσαιωνική ελληνική περιχύνω < αρχαία ελληνική περιχέω
Άλλοι τύποι
περιχύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →