Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαγιοκοπώ

ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςπλευροκοπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαγιοκοπώ < πλάγιος + -ο- + -κοπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλαγιοκοπώπλαγιοκοπείςπλαγιοκοπείπλαγιοκοπούμεπλαγιοκοπείτεπλαγιοκοπούν / πλαγιοκοπούνε
Παρατατικόςπλαγιοκοπούσαπλαγιοκοπούσεςπλαγιοκοπούσεπλαγιοκοπούσαμεπλαγιοκοπούσατεπλαγιοκοπούσαν / πλαγιοκοπούσανε
Αόριστοςπλαγιοκόπησαπλαγιοκόπησεςπλαγιοκόπησεπλαγιοκοπήσαμεπλαγιοκοπήσατεπλαγιοκοπήσαν / πλαγιοκοπήσανε / πλαγιοκόπησαν
Μέλλονταςθα πλαγιοκοπήσω / θα πλαγιοκοπώθα πλαγιοκοπήσεις / θα πλαγιοκοπείςθα πλαγιοκοπήσει / θα πλαγιοκοπείθα πλαγιοκοπήσουμε / θα πλαγιοκοπούμεθα πλαγιοκοπήσετε / θα πλαγιοκοπείτεθα πλαγιοκοπήσουν / θα πλαγιοκοπήσουνε / θα πλαγιοκοπούν / θα πλαγιοκοπούνε
Παρακείμενοςέχω πλαγιοκοπήσειέχεις πλαγιοκοπήσειέχει πλαγιοκοπήσειέχουμε πλαγιοκοπήσειέχετε πλαγιοκοπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλαγιοκοπήσειείχες πλαγιοκοπήσειείχε πλαγιοκοπήσειείχαμε πλαγιοκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσω / να πλαγιοκοπώνα έχεις πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσεις / να πλαγιοκοπείςνα έχει πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπείνα έχουμε πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσουμε / να πλαγιοκοπούμενα έχετε πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσετε / να πλαγιοκοπείτενα πλαγιοκοπήσουν / να πλαγιοκοπήσουνε / να πλαγιοκοπούν / να πλαγιοκοπούνε
Προστακτική—πλαγιοκόπει / πλαγιοκόπησε——πλαγιοκοπήστε / πλαγιοκοπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →