πλαγιοκοπώ
•
- στρατιωτικός όροςπλευροκοπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαγιοκοπώ < πλάγιος + -ο- + -κοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλαγιοκοπώ | πλαγιοκοπείς | πλαγιοκοπεί | πλαγιοκοπούμε | πλαγιοκοπείτε | πλαγιοκοπούν / πλαγιοκοπούνε |
| Παρατατικός | πλαγιοκοπούσα | πλαγιοκοπούσες | πλαγιοκοπούσε | πλαγιοκοπούσαμε | πλαγιοκοπούσατε | πλαγιοκοπούσαν / πλαγιοκοπούσανε |
| Αόριστος | πλαγιοκόπησα | πλαγιοκόπησες | πλαγιοκόπησε | πλαγιοκοπήσαμε | πλαγιοκοπήσατε | πλαγιοκοπήσαν / πλαγιοκοπήσανε / πλαγιοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα πλαγιοκοπήσω / θα πλαγιοκοπώ | θα πλαγιοκοπήσεις / θα πλαγιοκοπείς | θα πλαγιοκοπήσει / θα πλαγιοκοπεί | θα πλαγιοκοπήσουμε / θα πλαγιοκοπούμε | θα πλαγιοκοπήσετε / θα πλαγιοκοπείτε | θα πλαγιοκοπήσουν / θα πλαγιοκοπήσουνε / θα πλαγιοκοπούν / θα πλαγιοκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλαγιοκοπήσει | έχεις πλαγιοκοπήσει | έχει πλαγιοκοπήσει | έχουμε πλαγιοκοπήσει | έχετε πλαγιοκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλαγιοκοπήσει | είχες πλαγιοκοπήσει | είχε πλαγιοκοπήσει | είχαμε πλαγιοκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσω / να πλαγιοκοπώ | να έχεις πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσεις / να πλαγιοκοπείς | να έχει πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπεί | να έχουμε πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσουμε / να πλαγιοκοπούμε | να έχετε πλαγιοκοπήσει / να πλαγιοκοπήσετε / να πλαγιοκοπείτε | να πλαγιοκοπήσουν / να πλαγιοκοπήσουνε / να πλαγιοκοπούν / να πλαγιοκοπούνε |
| Προστακτική | — | πλαγιοκόπει / πλαγιοκόπησε | — | — | πλαγιοκοπήστε / πλαγιοκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →