πλακοστρώνω
•
- στρώνω / τοποθετώ πλάκες σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλακοστρώνω < πλάκα + -ο- + στρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλακοστρώνω | πλακοστρώνεις | πλακοστρώνει | πλακοστρώνουμε | πλακοστρώνετε | πλακοστρώνουν / πλακοστρώνουνε |
| Παρατατικός | πλακόστρωνα | πλακόστρωνες | πλακόστρωνε | πλακοστρώναμε | πλακοστρώνατε | πλακοστρώναν / πλακοστρώνανε / πλακόστρωναν |
| Αόριστος | πλακόστρωσα | πλακόστρωσες | πλακόστρωσε | πλακοστρώσαμε | πλακοστρώσατε | πλακοστρώσαν / πλακοστρώσανε / πλακόστρωσαν |
| Μέλλοντας | θα πλακοστρώνω / θα πλακοστρώσω | θα πλακοστρώνεις / θα πλακοστρώσεις | θα πλακοστρώνει / θα πλακοστρώσει | θα πλακοστρώνουμε / θα πλακοστρώσουμε | θα πλακοστρώνετε / θα πλακοστρώσετε | θα πλακοστρώνουν / θα πλακοστρώνουνε / θα πλακοστρώσουν / θα πλακοστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλακοστρώσει | έχεις πλακοστρώσει | έχει πλακοστρώσει | έχουμε πλακοστρώσει | έχετε πλακοστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλακοστρώσει | είχες πλακοστρώσει | είχε πλακοστρώσει | είχαμε πλακοστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλακοστρώσει / να πλακοστρώνω / να πλακοστρώσω | να έχεις πλακοστρώσει / να πλακοστρώνεις / να πλακοστρώσεις | να έχει πλακοστρώσει / να πλακοστρώνει / να πλακοστρώσει | να έχουμε πλακοστρώσει / να πλακοστρώνουμε / να πλακοστρώσουμε | να έχετε πλακοστρώσει / να πλακοστρώνετε / να πλακοστρώσετε | να πλακοστρώνουν / να πλακοστρώνουνε / να πλακοστρώσουν / να πλακοστρώσουνε |
| Προστακτική | — | πλακόστρωνε / πλακόστρωσε | — | — | πλακοστρώνετε / πλακοστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →