Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πλειοδότη ή πλειοδοσία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλειοδοτικός < πλειοδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλειοδοτικόςπλειοδοτικήπλειοδοτικό
Γενικήπλειοδοτικούπλειοδοτικήςπλειοδοτικού
Αιτιατικήπλειοδοτικόπλειοδοτικήπλειοδοτικό
Κλητικήπλειοδοτικέπλειοδοτικήπλειοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλειοδοτικοίπλειοδοτικέςπλειοδοτικά
Γενικήπλειοδοτικώνπλειοδοτικώνπλειοδοτικών
Αιτιατικήπλειοδοτικούςπλειοδοτικέςπλειοδοτικά
Κλητικήπλειοδοτικοίπλειοδοτικέςπλειοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →