πλειοδοτικός
•
- που έχει σχέση με πλειοδότη ή πλειοδοσία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλειοδοτικός < πλειοδότης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλειοδοτικός | πλειοδοτική | πλειοδοτικό |
| Γενική | πλειοδοτικού | πλειοδοτικής | πλειοδοτικού |
| Αιτιατική | πλειοδοτικό | πλειοδοτική | πλειοδοτικό |
| Κλητική | πλειοδοτικέ | πλειοδοτική | πλειοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλειοδοτικοί | πλειοδοτικές | πλειοδοτικά |
| Γενική | πλειοδοτικών | πλειοδοτικών | πλειοδοτικών |
| Αιτιατική | πλειοδοτικούς | πλειοδοτικές | πλειοδοτικά |
| Κλητική | πλειοδοτικοί | πλειοδοτικές | πλειοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →