πλεκτός
•
- που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο Βικιλεξικό
- «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
- ουσιαστικοποιημένοπλεκτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλεκτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκ(ω) + επίθημα ρηματικού επιθέτου. Συγκρίνετε με το πλεχτός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλεκτός | πλεκτή | πλεκτό |
| Γενική | πλεκτού | πλεκτής | πλεκτού |
| Αιτιατική | πλεκτό | πλεκτή | πλεκτό |
| Κλητική | πλεκτέ | πλεκτή | πλεκτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλεκτοί | πλεκτές | πλεκτά |
| Γενική | πλεκτών | πλεκτών | πλεκτών |
| Αιτιατική | πλεκτούς | πλεκτές | πλεκτά |
| Κλητική | πλεκτοί | πλεκτές | πλεκτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →