Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεκτός

/pleˈktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο Βικιλεξικό
    • «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. ουσιαστικοποιημένοπλεκτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλεκτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκ(ω) + επίθημα ρηματικού επιθέτου. Συγκρίνετε με το πλεχτός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεκτόςπλεκτήπλεκτό
Γενικήπλεκτούπλεκτήςπλεκτού
Αιτιατικήπλεκτόπλεκτήπλεκτό
Κλητικήπλεκτέπλεκτήπλεκτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλεκτοίπλεκτέςπλεκτά
Γενικήπλεκτώνπλεκτώνπλεκτών
Αιτιατικήπλεκτούςπλεκτέςπλεκτά
Κλητικήπλεκτοίπλεκτέςπλεκτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →