πληγώνω
•
- τραυματίζω, πλήττω, λαβώνω, πληγιάζω, χτυπάω τόσο ώστε να τρέξει αίμα κυριολεκτικά ή μεταφορικά, προκαλώ τραύμα, πληγή, πλήγμα στο σώμα ή στην ψυχή ανθρώπου ή ζώου Βικιλεξικό
- Δυστυχισμένε θεριστή, τέπαθες τώρα τώρα; Ούτε το δρόμο ακολουθείς, όπως και πριν, τον ίσο, ούτε θερίζεις πλάγι μας, μα μένεις πάντα πίσω, σαν πρόβατο που πλήγωσε το πόδι του έν' αγκάθι και μένει πίσω απ' τάλλα αρνιά και πίσω απ' το κοπάδι. (Θεόκριτος, Ειδύλλια, απόδοση Πολεμης "᾿Εργατίνα βουκαῖε, τί νῦν ᾦζυρὲ πεπόνθεις; οὔθ᾽ ἑὸν ὄγμον ἄγειν ὀρθὸν δύνᾳ, ὡς τὸ πρὶν ἆγες,οὔθ᾽ ἅμα λᾳοτομεῖς τῷ πλατίον, ἀλλ᾽ ἀπολείπῃ ὥσπερ ὄις ποίμνας, ἇς τὸν πόδα κάκτος ἔτυψε.)
- όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει (Σεφέρης)
- τραυματίζω, μειώνω, θίγω αίσθημα-συναίσθημα, γενικά για αφηρημένα ουσιαστικά Βικιλεξικό
- Τους ακολούθησε με το μάτι κάμποση ώρα και σαν τους είδε να τραβούν για τους τόπους των εχτρών του, τον κυρίεψε αγανάχτηση. Ο καλπασμός των αλόγων ήρθε σαν χασκογέλασμα και πλήγωσε την περηφάνεια του (Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Ο Αρχαιολόγος")
Ετυμολογία
πληγώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πληγώνω | πληγώνεις | πληγώνει | πληγώνουμε | πληγώνετε | πληγώνουν / πληγώνουνε |
| Παρατατικός | πλήγωνα | πλήγωνες | πλήγωνε | πληγώναμε | πληγώνατε | πλήγωναν / πληγώναν / πληγώνανε |
| Αόριστος | πλήγωσα | πλήγωσες | πλήγωσε | πληγώσαμε | πληγώσατε | πλήγωσαν / πληγώσαν / πληγώσανε |
| Μέλλοντας | θα πληγώνω / θα πληγώσω | θα πληγώνεις / θα πληγώσεις | θα πληγώνει / θα πληγώσει | θα πληγώνουμε / θα πληγώσουμε | θα πληγώνετε / θα πληγώσετε | θα πληγώνουν / θα πληγώνουνε / θα πληγώσουν / θα πληγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πληγώσει | έχεις πληγώσει | έχει πληγώσει | έχουμε πληγώσει | έχετε πληγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πληγώσει | είχες πληγώσει | είχε πληγώσει | είχαμε πληγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πληγώσει / να πληγώνω / να πληγώσω | να έχεις πληγώσει / να πληγώνεις / να πληγώσεις | να έχει πληγώσει / να πληγώνει / να πληγώσει | να έχουμε πληγώσει / να πληγώνουμε / να πληγώσουμε | να έχετε πληγώσει / να πληγώνετε / να πληγώσετε | να πληγώνουν / να πληγώνουνε / να πληγώσουν / να πληγώσουνε |
| Προστακτική | — | πλήγωνε / πλήγωσε | — | — | πληγώνετε / πληγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →