πληροφορία
•
- καθομιλουμένηστοιχείο που ενημερώνει, που βοηθά κάποιον να γνωρίσει κάτι Βικιλεξικό
- σύμφωνα με πληροφορίες ο πρωθυπουργός επιδιώκει εκλογές γιατί θεωρεί εφικτή την αυτοδυναμία
- καθομιλουμένηστοιχείο που ενημερώνει, που βοηθά κάποιον να γνωρίσει κάτι Βικιλεξικό
- πήγα στις πληροφορίες και μου είπαν ότι το γραφείο είναι κλειστό
- καθομιλουμένηστοιχείο που ενημερώνει, που βοηθά κάποιον να γνωρίσει κάτι Βικιλεξικό
- κυβερνητικήεπιστημονικοί όροι Βικιλεξικό
- επιστημονικοί όροι Βικιλεξικό
- φυσικήεπιστημονικοί όροι Βικιλεξικό
- κβαντική χρωμοδυναμικήεπιστημονικοί όροι Βικιλεξικό
- θεωρία της πληροφορίαςεπιστημονικοί όροι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληροφορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πληροφορία < αρχαία ελληνική πλήρης + φέρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική renseignement ή enseignement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληροφορία | πληροφορίες |
| Γενική | πληροφορίας | πληροφοριών |
| Αιτιατική | πληροφορία | πληροφορίες |
| Κλητική | πληροφορία | πληροφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →