πλουτίζω
•
- αμετάβατογίνομαι πλούσιος Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον πλούσιο Βικιλεξικό
- μεταβατικόδιευρύνω κάτι προσθέτοντας καινούργια στοιχεία Βικιλεξικό
- Μερικές γεροντικές φυσιογνωμίες μέ τό πλατύ πρόσωπο, τήν χοντρή μύτη καί τήν ἄφθονη τριχοφυΐα δείχνουν ἀκόμη στενώτερη συγγένεια μὲ τὴ Μακεδονικὴ σχολή , καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεοφάνης πλούτισε τὴν τέχνη του κατὰ τὴ διαμονή του στὸν Ἄθω. (Κρητικά Χρονικά, τόμος 4, 1950, σελ. 387)
Ετυμολογία
πλουτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλουτίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλουτίζω | πλουτίζεις | πλουτίζει | πλουτίζουμε | πλουτίζετε | πλουτίζουν / πλουτίζουνε |
| Παρατατικός | πλούτιζα | πλούτιζες | πλούτιζε | πλουτίζαμε | πλουτίζατε | πλουτίζαν / πλουτίζανε / πλούτιζαν |
| Αόριστος | πλούτισα | πλούτισες | πλούτισε | πλουτίσαμε | πλουτίσατε | πλουτίσαν / πλουτίσανε / πλούτισαν |
| Μέλλοντας | θα πλουτίζω / θα πλουτίσω | θα πλουτίζεις / θα πλουτίσεις | θα πλουτίζει / θα πλουτίσει | θα πλουτίζουμε / θα πλουτίσουμε | θα πλουτίζετε / θα πλουτίσετε | θα πλουτίζουν / θα πλουτίζουνε / θα πλουτίσουν / θα πλουτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλουτίσει | έχεις πλουτίσει | έχει πλουτίσει | έχουμε πλουτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλουτίσει | είχες πλουτίσει | είχε πλουτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλουτίσει / να πλουτίζω / να πλουτίσω | να έχεις πλουτίσει / να πλουτίζεις / να πλουτίσεις | να έχει πλουτίσει / να πλουτίζει / να πλουτίσει | να έχουμε πλουτίσει / να πλουτίζουμε / να πλουτίσουμε | να πλουτίζετε / να πλουτίσετε | να πλουτίζουν / να πλουτίζουνε / να πλουτίσουν / να πλουτίσουνε |
| Προστακτική | — | πλούτιζε / πλούτισε | — | — | πλουτίζετε / πλουτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πλουτίστηκαπλουτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →