Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυδιάσπαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο χωρισμός ή η διάσπαση ενός συνόλου σε πολλά μέρη ή κομμάτια Βικιλεξικό
    • Τις εκλογές αυτές «σφραγίζουν» η πολυδιάσπαση των υποψηφιοτήτων, η διεκδίκηση, δηλαδή, ενός δήμου από πολλούς υποψηφίους... (Η Καθημερινή, 18 Σεπτεμβρίου 2010)
    • η πολυδιάσπαση των ασφαλιστικών φορέων δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση και την ποιότητα της κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, αυξάνοντας τις ανισότητες υπέρ εκείνων που υπάγονται στα ευνομούμενα ασφαλιστικά ταμεία

Ετυμολογία

πολυδιάσπαση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυδιάσπασηπολυδιασπάσεις
Γενικήπολυδιάσπασηςπολυδιασπάσεων
Αιτιατικήπολυδιάσπασηπολυδιασπάσεις
Κλητικήπολυδιάσπασηπολυδιασπάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →