Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποντικί

/pon.diˈci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώματο γκρί χρώμα του ποντικού, το γκρι σουρί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποντικί < ποντίκ(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ποντίκι

/ponˈdi.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώομικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια Βικιλεξικό
    • Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.
  2. ανατομίαμυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
    • Συνεχώς φουσκώνει και επιδεικνύει τα γυμνασμένα του ποντίκια.
  3. ανατομίαο δικέφαλος βραχιόνιος μυς όταν σφίγγεται Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήμικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης Βικιλεξικό
    • Μαζί με το πληκτρολόγιο, αγόρασε και ένα καινούριο εργονομικό ποντίκι.
  5. τμήμα από το κάτω μέρος του ποδιού μοσχαριού Βικιλεξικό
    • Είπε στο χασάπη να του κόψει κι ένα κιλό ποντίκι.
  6. μεταφορικάο νέος στρατιώτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποντίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποντίκιον < υποκοριστικό του ποντικός < ποντικός μῦς (ποντίκι από τον Πόντο, τη Μαύρη Θάλασσα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποντίκιποντίκια
Γενικήποντικιούποντικιών
Αιτιατικήποντίκιποντίκια
Κλητικήποντίκιποντίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →