ποτήρι
•
- δοχείο, συχνά γυάλινο, που χωράει στο χέρι και από το οποίο πίνει κανείς χυμό, κρασί ή άλλα υγρά Βικιλεξικό
- Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε μία γουλιά.
- Χτύπησε καλά το σέικερ στο ρυθμό μιας ακόμη φάνκι διασκευής του «Seven Nation Army», περιέχυσε το περιεχόμενο στο ποτήρι... (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
- συνεκδοχικάη ποσότητα που χωράει στο παραπάνω δοχείο Βικιλεξικό
- Θα μου φέρεις ένα ποτήρι νερό;
Ετυμολογία
ποτήρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποτήριν / ποτήριον < αρχαία ελληνική ποτήριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποτήρι | ποτήρια |
| Γενική | ποτηριού | ποτηριών |
| Αιτιατική | ποτήρι | ποτήρια |
| Κλητική | ποτήρι | ποτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →