Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προβλεπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί και προβλέπει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προβλεπτικός < ελληνιστική κοινή προβλεπτικός < προβλέπω < αρχαία ελληνική πρό + βλέπω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική predictive)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροβλεπτικόςπροβλεπτικήπροβλεπτικό
Γενικήπροβλεπτικούπροβλεπτικήςπροβλεπτικού
Αιτιατικήπροβλεπτικόπροβλεπτικήπροβλεπτικό
Κλητικήπροβλεπτικέπροβλεπτικήπροβλεπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροβλεπτικοίπροβλεπτικέςπροβλεπτικά
Γενικήπροβλεπτικώνπροβλεπτικώνπροβλεπτικών
Αιτιατικήπροβλεπτικούςπροβλεπτικέςπροβλεπτικά
Κλητικήπροβλεπτικοίπροβλεπτικέςπροβλεπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →