προβλέπω
•
- εκτιμώ ότι κάτι έχει ισχυρή πιθανότητα να συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
- Οι γιατροί προβλέπουν βελτίωση της υγείας του ασθενούς.
- έχοντας πάρει υπόψη μου ότι κάτι ενδέχεται να συμβεί προσδιορίζω ή ρυθμίζω με οδηγίες ή νόμο το τι πρέπει να γίνει σε αυτήν την περίπτωση Βικιλεξικό
- (σε γ' ενικού) γίνεται αναφορά σε ένα κείμενο και δίνονται οδηγίες Βικιλεξικό
- Ο στρατιωτικός κανονισμός προβλέπει την απονομή χαιρετισμού από τον χαμηλόβαθμο στον υψηλόβαθμο.
Ετυμολογία
προβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προβλέπω < προ- + αρχαία ελληνική βλέπω
Άλλοι τύποι
προέβλεψαπροβλέπομαιπροβλέφθηκαπροείδαπρόβλεψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →